
Οι ψηφιακές τεχνολογίες ήρθαν σταδιακά, μέσα σε ένα σύννεφο υποσχέσεων για ευκολότερη ζωή, ορθολογικό -άρα και δίκαιο- διαμοιρασμό των αγαθών και των υπηρεσιών, νέες ατελείωτες μορφές ψυχαγωγίας και πάνω απ’ όλα, συνδεσιμότητα ενάντια στη μοναξιά και ασφάλεια απέναντι σε διάφορους “αχαρτογράφητους” κινδύνους. Οικειοθελώς γίναμε διαθέσιμοι και διαθέσιμες στον θαυμαστό νέο κόσμο, θέλοντας να ξορκίσουμε με τεχνικούς τρόπους αδιέξοδα τα οποία μόνο τεχνικά δεν ήταν.
Δυόμιση χρόνια πριν, όλα αυτά που είχαμε εκπαιδευτεί να επιθυμούμε “ελεύθερα” (απ’ την τηλεκατανάλωση μέχρι την τηλεεκπαίδευση και τις τηλεσχέσεις, εν γένει) έγιναν υποχρεωτικά. Και όλες οι σχέσεις πέρα από αυτές απαγορεύτηκαν διά νόμου: σαν μολυσματικές, σαν επικίνδυνες, σαν άχρηστες. Και τελικά; Έγινε κανείς πιο υγιής επειδή κατέγραφε διαρκώς τις σωματικές του λειτουργίες με ρολόγια και κινητά; Υπήρξαμε λιγότερο μόνοι επειδή είχαμε πλατφόρμες τηλε-σχέσεων; Γλιτώσαμε τη γραφειοκρατία ενώ πλέον μπαίνουμε στο gov.gr σχεδόν καθημερινά; Και τελικά, φασιστικά, αντικοινωνικά μέτρα σαν την καραντίνα θα είχαν χρησιμοποιηθεί, εάν δεν είχαν πρώτα δημιουργηθεί τα μέσα που τα έκαναν εφικτά; Αν δεν υπήρχαν οι τεχνολογίες προσομοίωσης της ζωής, πώς θα μπορούσαμε να “μείνουμε σπίτι;”
Οι μέρες μας γεμίσανε οθόνες και αλγόριθμους και ψηφιακές αιτήσεις και στατιστικές. Μέσα σε μια καπιταλιστική κρίση που βαθαίνει, τα αφεντικά και τα κράτη παγκοσμίως επιχειρούν ένα άλμα προς τα μπροστά, που περνάει πάνω από τις ζωές μας. Γι’ αυτό μας θέλουν να απαντάμε μόνο στα ερωτήματα που μας βάζουν αυτοί, γι’ αυτό μας θέλουν να είμαστε μόνες, φτηνές, ελέγξιμες, φοβισμένοι και υπάκουοι, γι’ αυτό θέλουν να αισθανόμαστε αδύναμοι και αδύναμες μακριά απ’ τις λύσεις που έχουν να μας προσφέρουν. Γι’ αυτό θέλουν να μη συναντιόμαστε, να αγανακτούμε στα σόσιαλ μίντια και να αντιδράμε με emoji.
Η μηχανή έμαθε πολλά τα 2,5 αυτά χρόνια αλλά μάθαμε κι εμείς -και δεν πρόκειται να ξεχάσουμε όσα μας βοήθησαν να την παλέψουμε. Όταν οι γνώσεις μας γύρω από τη φροντίδα και τα σώματά μας κλάπηκαν μαζικά (και αντικαταστάθηκαν με τεχνικές ορολογίες και apps), υπενθυμίσαμε στις εαυτές μας τη σημασία τους για την αναπαραγωγή μας με τους δικούς μας όρους. Όταν οι σχέσεις μας ασφυκτιούσαν μέσα σε ένα σύστημα πλήρους ελέγχου και πειθάρχησης, ξαναβρεθήκαμε έξω από αυτό. Όταν μας απαγόρευσαν τους δρόμους, τους διεκδικήσαμε με τους τρόπους που ήδη ξέραμε, και όσους μπορέσαμε να σκεφτούμε, η μία δίπλα στον άλλο. Και θα το ξανακάνουμε, καλύτερα. Περισσότεροι και περισσότερες.
-αφίσα που κολλήθηκε στις γειτονιές της Αθήνας τον Νοέμβριο του 2022 σε 1500 αντίτυπα-





Από την πολεμική κανονικότητα στην κανονικότητα του πολέμου (η πίστη στο κράτος το οπλίζει εναντίον μας)
Κλείσαμε και με τη βούλα τα δύο χρόνια από όταν ξεκίνησε η καταιγιστική αλληλουχία απαγορεύσεων, καταναγκασμών και αποκλεισμών στο όνομα της υγείας. Από τότε, έχουν ακουστεί πολλά γι’αυτήν: «υγεία» είναι ο μπάτσος με το θερμόμετρο στο χέρι, είναι τα κουσούρια που μας άφησε η καραντίνα, είναι η ζωή μέσα από οθόνες, είναι τα νοσοκομεία που μοιάζουν όλο και περισσότερο με πτωχοκομεία, είναι η ατομική/κοινωνική ευθύνη, είναι οι τηλεφωνικές γραμμές του εοδυ, είναι το σκανάρισμα, είναι ο υποχρεωτικός εμβολιασμός και οι υγειονομικές ζώνες. Όλα στο ίδιο καταλήγουν: η «υγεία» και το σύστημά της θα πρέπει να ιδωθούν ως σύμπλεγμα πειθαρχικών μηχανισμών, ως ένας σύγχρονος τρόπος διακυβέρνησης. Έτσι, τα «λεφτά για την υγεία που δεν υπάρχουν» και το σύστημα που «είναι υπό πίεση» – ακόμα και αν έχουν δαπανηθεί αμέτρητα ποσά στις φαρμακοβιομηχανίες και σε νέες τεχνολογίες -, μεταφράζονται στο ότι όσοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις, όσες έχουν «κακές συμπεριφορές», θα περισσεύουν και θα πληρώνουν «αντίτιμα υγείας». Και ποιος ξέρει τι άλλο.
Η υγεία ως διαταγή είναι η υγεία των διαταγών
